Με βάση το Trinidad ο επισκέπτης μπορεί να κάνεις πολλές και ενδιαφέρουσες εκδρομές. Εμείς προτιμήσαμε μία στα γύρω βουνά που ονομάζονται Sierra del Escambray. Ένα Grand Vitara με έναν ξεναγό και έναν οδηγό ήρθε να μας μεταφέρει σε μία από τις πιο παρθένες περιοχές του νησιού, στην κορυφή του Pico San Juan με υψόμετρο τα 1140 μέτρα και από εκεί στα Topes de Collantes και ιδιαίτερα στο εθνικό πάρκο της περιοχής που ονομάζεται salto del Caburni.

Η εκδρομή δεν άρχισε πολύ καλά. Το μπροστινό τζιπάκι ξέφυγε από τον δρόμο σε μία απότομη στροφή και έπεσε στο γκρεμό ή τουλάχιστον έτσι φάνηκε. Κατεβήκαμε ευτυχώς για να ανακαλύψουμε ότι ευτυχώς είχε σταματήσει στον κορμό ενός δένδρου περίπου 20 μέτρα από τον δρόμο. Το ζευγάρι των Ολλανδών βγήκαν κατατρομαγμένοι και φυσικά περίμεναν να έρθει να τους πάρει ένα αυτοκίνητο να τους μεταφέρει πίσω στο ξενοδοχείο. Εμείς συνεχίσαμε ακάθεκτοι προς την κορυφή, εξάλλου στο Λονδίνο έχουμε μάθει ότι για να απολαύσει τη θέα από ψηλά πρέπει να αντιμετωπίσεις πρώτα τους φόβους σου και μετά τους κινδύνους που θα σου παρουσιαστούν.

DSCN0350

Πρώτη στάση μας έγινε στο σπίτι του καφέ (“Casa del Café”). Εκεί ήπιαμε 2 φλυτζάνια Κουβανέζικο καφέ που θύμιζε espresso τα οποία συνοδεύσαμε με ένα χειροποίητο πούρο. Ο χώρος είχε την ιστορία του καφέ σε κορνίζες, όλα τα εργαλεία που χρησιμοποιούνται στο μάζεμα του καρπού, στο σπάσιμο των σπόρων, στην κονιορτοποίηση κτλ. Φυσικά στο εξωτερικό χώρο μπορούσες να θαυμάσεις τα φυτά από τα οποία παράγεται το πιο δημοφιλές ποτό στον κόσμο.

DSCN0362

Μετά από αυτή τη στάση, βγήκαμε εκτός δρόμου και εννοώ ότι άρχισε ο χωματόδρομος μέσα στο βουνό. Στην αρχή ήταν ήπιος, αλλά αργότερα συναντήσαμε κοτρώνες, ρυάκια που διέσχιζαν το δρόμο, κορμούς δέντρων στη μέση του δρόμου, αλλά για όλα αυτά ανταμοιφθήκαμε από την θέα του ποταμού Caburni.

DSCN0370

Όταν πλέον φτάσαμε στον προορισμό μας στο εθνικό πάρκο, αφήσαμε το τζιπάκι και παρέα με τον ξεναγό πήγαμε πρώτα για μπάνιο στους καταρράκτες και μετά για φαγητό. Ειδικά οι φυσικές πισίνες με το δροσερό καταπράσινο νερό ήταν κάτι το ανεπανάληπτο.

DSCN0385

Μετά το μπάνιο κατευθυνθήκαμε για φαγητό. Εκεί συνέβη και το περιστατικό που με στεναχώρησε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο κατά τη διάρκεια του ταξιδιού. Αρχικά χρειάζεται μία εισαγωγή. Ο ξεναγός μας ήταν καθηγητής ιστορίας στο Trinidad και έκανε τον ξεναγό μόνο στις σχολικές διακοπές για να κερδίζει κάποια εξτρά χρήματα για την οικογένεια του. Από την αρχή της ημέρας είχα αρχίσει να τον ρωτάω για την πολιτική και οικονομική κατάσταση στην Κούβα. Στην αρχή με αντιμετώπισε με δυσπιστία, ίσως και να νόμιζε ότι ήμουν χαφιές του καθεστώτος. Σιγά σιγά όμως και αφού είδε ότι ήμουν διαβασμένος όχι μόνο σε ότι αφορά την Κούβα, αλλά και γενικότερα την παγκόσμια πολιτική σκηνή, και εννοώ τον Τσάβες, την πτώση της ΕΣΣΔ, το Αμερικανικό εμπάργκο και την «βοήθεια» της Κίνας, άρχισε να ανοίγεται. Μου είπε λίγο πολύ αυτά που θα έβλεπε και ένας τυφλός. Ο κόσμος δεν έχει αρκετό φαγητό και πλέον δεν θέλει να σπουδάζει επειδή ως γιατρός ή ως καθηγητής δεν θα παίρνει φιλοδωρήματα και επομένως θα βγάζει περισσότερα χρήματα ως οδηγός τουριστικού λεωφορείου. Μου είπε ότι όπως λένε οι παλιοί επί Μπατίστα τα πράγματα ήταν σαφώς χειρότερα και τον Κάστρο τον εμπιστεύεται ακόμα ο λαός, αλλά έχει και αρκετά παράπονα. Γενικά μιλήσαμε για πολλές ώρες και έμαθα πολλά πράγματα που δεν είναι και τόσο εύκολο να περιγραφούν σε μία ανάρτηση ενός blog.

Τέλος πήγαμε για φαγητό το οποίο συμπεριλαμβανόταν στην τιμή της εκδρομής. Μας έφεραν μία μεγάλη πιατέλα με βραστές πατάτες, μία πιατέλα με ρύζι και φασόλια που αποτελεί και το παραδοσιακό φαγητό της Κούβας και μία πιατέλα με λάχανο και ντομάτες. Για κρέας είχαμε κοτόπουλο. Περίμενε να βάλουμε πρώτα εμείς στα πιάτα μας και κατόπιν αυτός, μολονότι του είπα να σερβιριστεί και να μην συμπεριφέρεται σαν να είμαστε πελάτες, αλλά σαν να βγήκαμε φιλικά για φαγητό. Τελικά γέμισε το πιάτο του (αλλά εννοώ ότι δεν έχω δει πιο γεμάτο πιάτο στη ζωή μου) με ρύζι και βραστές πατάτες αφήνοντας το κοτόπουλο στο πιάτο που μας το φέρανε. Μόλις βεβαιώθηκε ότι είχαμε αρχίσει να τρώμε και φυσικά ότι δεν τον έβλεπε κανένας στο μαγαζί έβαλε το κοτόπουλο σε μία πετσετούλα και το τοποθέτησε βιαστικά στην τσάντα του. Τα έχασε. Ειλικρινά δεν θυμάμαι να έχω αισθανθεί τόσο παράξενα. Ένα συναίσθημα λύπης και οργής. Κατάλαβε τις σκέψεις μου και μου είπε ότι το θέλει για τον γιο του γιατί πάντοτε ζητάει φαγητό το βράδυ, αλλά σπάνια έχουν και τον ταϊζουν ψωμί με κάτι αδιευκρίνιστο. Μου κόπηκε η όρεξη, δεν είχα διάθεση για κουβέντα. Στον γυρισμό είπαμε ελάχιστα.

Την επόμενη μέρα φύγαμε για Santa Clara. Η ξενάγηση εκεί θα ακολουθήσει σε επόμενη ανάρτηση.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *